Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια κατάσταση κατά την οποία η καρδιά δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις απαιτήσεις του οργανισμού για αίμα και οξυγόνο. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν ο μυοκαρδιακός ιστός (η καρδιακή μυική μάζα) είναι αδύναμος ή ταλαιπωρημένος λόγω ασθενειών ή άλλων παραγόντων.
Οι κύριες αιτίες της καρδιακής ανεπάρκειας περιλαμβάνουν:
-
Καρδιακή Νόσος: Σοβαρές παθήσεις της καρδιάς, όπως η ισχαιμική καρδιακή νόσος (που προκαλείται από αποφρακτική νόσο των κορωναρίων αρτηριών) μπορεί να οδηγήσουν σε καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Υπέρταση: Η μακροχρόνια υψηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να επηρεάσει την καρδιά και να οδηγήσει σε ανεπάρκεια.
-
Διαταραχές της Καρδιακής Βαλβίδας: Βαλβιδοπάθειες που επηρεάζουν τη ροή του αίματος μέσα και έξω από την καρδιά.
-
Διαταραχές του Καρδιακού Μυός: Ορισμένες παθήσεις, όπως η καρδιομυοπάθεια, μπορεί να επηρεάσουν το μυοκάρδιο.
Οι συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας περιλαμβάνουν δύσπνοια, κούραση, οίδημα (προαιτιατικό από υγρά), και δυσκολία στην ανεκτικότητα της άσκησης. Η διαχείριση συνήθως περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, αλλαγές στον τρόπο ζωής (όπως διατροφικές αλλαγές και άσκηση) και σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργική επέμβαση. Η πρόληψη είναι επίσης σημαντική, και αυτή περιλαμβάνει τον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου όπως η υγεία των αρτηριών και η διατήρηση υγιούς τρόπου ζωής.

